Sulphur abatement policy: implications of cost differentials, Energy Policy, 1035-1043, 1993

Sulphur abatement policy: implications of cost differentials, Energy Policy 21(10): 1035-1043 (SCOPUS, ISI Listed. Συντελεστής βαρύτητας: 4.039 και 5-ετίας: 5.038) (1993)

Η μελέτη αυτή συγκρίνει το κόστος επίτευξης επιθυμητών επιπέδων ρύπανσης του περιβάλλοντος με την επιβολή ενός ενιαίου φόρου καθώς και διαφοροποιημένων φόρων ανάλογα με το οριακό κόστος ελέγχου. Κατόπιν τα κόστη αυτά συγκρίνονται με την επιβολή προτύπων με σκοπό να φανεί εμπειρικά αν τα οικονομικά μέσα λειτουργούν αποτελεσματικότερα από τις διάφορες περιβαλλοντικές ρυθμίσεις. Η οικονομική θεωρία δείχνει ότι το άριστο επίπεδο των ρυπαντικών χρεώσεων είναι σε εκείνο το επίπεδο όπου το οριακό κόστος καταπολέμησης ισούται με το οριακό κόστος ζημίας από την μόλυνση που πρόκειται να καταπολεμηθεί. Σε περίπτωση περιορισμένης πληροφόρησης μια ‘δεύτερη άριστη λύση’ αλλά ακόμη οικονομικά αποτελεσματική από πλευράς κόστους είναι να θέσουμε μια ενιαία χρέωση αρκετά υψηλή ώστε να εξασφαλίσουμε ότι οι χώρες που μολύνουν θα μειώσουν την μόλυνση σε κάποιο επιθυμητό επίπεδο. Ενώ η βιβλιογραφία ανέφερε μέχρι τώρα ότι η πρώτη άριστη λύση διαφέρει μόνο οριακά από την δεύτερη, αποδεικνύω εμπειρικά ότι υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ των χωρών. Τα κέρδη από την πρώτη στη δεύτερη άριστη λύση διαφέρουν για πολλές χώρες. Οι διαφοροποιημένοι φόροι είναι πιο οικονομικοί από τους ενιαίους. Επίσης οδηγούν σε υψηλότερα επίπεδα εσόδων από αυτά των ενιαίων φόρων. Η μελέτη δείχνει ότι οι διαφοροποιημένοι φόροι υπερτερούν όταν τα κόστη μείωσης διαφέρουν μεταξύ χωρών. Όταν η καμπύλη κόστους είναι επίπεδη οι ποσοτικές ρυθμίσεις λειτουργούν καλύτερα από τις ρυθμίσεις τιμών. Αντίθετα όταν έχουν μεγάλη κλίση, τότε οι ρυθμίσεις τιμών θα λειτουργούν καλύτερα (εδώ υπάγεται και η Ελλάδα).